Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Τριάντα και βάλε ανούσιες ευχές

Γιατί όσο μεγαλώνουμε οι ευχές γίνονται όλο και πιο τρομακτικές, του τύπου «του χρόνου διπλή/ός»; Γιατί τι έχει το μέγεθός μου δηλαδή;
Από το «πρόσεχε μη σου βάλουν τίποτα στο ποτό» φτάσαμε σε χρόνο ανύποπτο στο «γιατί δεν κάνεις κι εσύ μια οικογένεια;».
Μαμά, τώρα πια πρέπει να βάλω μόνη μου κάτι στο ποτό μου για να κάνω οικογένεια. Κάτι σε μείγμα από ωκυτίνη και φερομόνες που φέρνουν, σύμφωνα με τελευταία έρευνα, συναισθηματικούς δεσμούς.
Επίσης... Δε σου βάζουν στο ποτό τίποτα αν δεν έχεις να το πληρώσεις. Ποτέ δεν κερνούσαν εξάλλου.

Η παλιά αυτή συμβουλή όμως, μπορεί και να σημάδεψε μια γενιά. Τη γενιά, που ο Κωνσταντίνος Καμάρας τιτλοποιεί με το «πάρε το μηδέν». Δηλαδή τη γενιά του …τίποτα!!! Τη γενιά που δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί της.
Γιατί; Γιατί δεν ασχολήθηκε κι αυτή με κανέναν.

Είχαμε «λύσει» όλα μας τα πολιτειακά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα (ως κοινωνία), είχαμε βολευτεί (ως νέοι) να συγκατοικούμε ή να φιλοξενούμαστε από τους γονείς, είχαμε αναλάβει να παρακολουθούμε μια κοινωνία να εξελίσσεται χωρίς να συμμετέχουμε ενεργά σ’ αυτήν την εξέλιξη.

Δεν ήμασταν η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά μεγαλώσαμε με την ιδέα της. Κι αφού μεγαλώσαμε πολύ, δεν αποτελούσαμε πια ούτε και κομμάτι της γενιάς του Internet.

Εμείς όμως καταθέσαμε πολλά στεφάνια σε άγνωστους ήρωες, τραγουδήσαμε πολλά αντιστασιακά τραγούδια, μας ενέπνευσαν πολλές ροκ μπάντες, αλλά ως συνεχιστές μιας αντίστασης, και μιας ροκ εποχής που δεν ζήσαμε.
Κι έπειτα;
Ξαφνικά χορέψαμε house, πετάξαμε τα αγοραφοβικά ρούχα για να επιδοθούμε σε συνήθειες μιας εκτονωτικής αισθητικής απελευθέρωσης από μια καταπίεση που κουβαλούσαν μόνο οι γονείς. Το «δε βαριέσαι» των γονιών που οι ακυρωμένοι κόποι τους είχαν φέρει ως λογικό συμπέρασμα, μας έγινε μότο.

Κι εκεί, υποταχθήκαμε σε εκδοτικές απολυταρχίες ματαιοπονημένων πρώην επαναστατών και εντέλει ματαιόσχολων της επιφάνειας και της εικόνας, αφού μας φάνηκε ότι βρήκαμε μια νέου τύπου ευφυΐα που αντιδρούσε στη σοβαροφάνεια της ενασχόλησης με την πολιτική.
Η κοινωνία είχε –βλέπεις- πολλά χαριτωμένα πράγματα να ασχοληθούμε, που ενίσχυε η οικονομική ευημερία που επικρατούσε.

Όσο για τις σπουδές, δεν υπήρχε λόγος για βιασύνη.
Δεν υπήρχε καμία κοινωνική πίεση τύπου «τελειώνεις σπουδές, ξεκινάς καριέρα, κάνεις οικογένεια» γιατί αυτή η λογική σειρά είχε πληγεί από τον πλουραλισμό των επιλογών που έφερνε μαζί της η οικονομική ανάπτυξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ιδιωτικός τομέας.
Έτσι, με ‘φυσιολογική’ καθυστέρηση μιας οχταετίας (κατά μέσο όρο) «ορκιστήκαμε» με τίτλους που αντιστοιχούσαν σε υπό-ανάπτυξη ή κρατικές οικονομίες για να διαπιστώσουμε ότι η αγορά άνθιζε με νέες ειδικότητες για τις οποίες είχαν γερά χαρτιά κάποιοι μικρότεροί μας.
Βρεθήκαμε να πλησιάζουμε τα 30, θαυμάζοντας τα περήφανα γεννήματα της «επανάστασης» του Κωστόπουλου, με πολύ life style και νέους που είχαν ήδη ισχυρές θέσεις στην παγκοσμιοποιημένη αγορά εργασίας. Αυτοί δηλαδή πώς είχαν βιαστεί; Ποιος τους υποψίασε;

Αγγλόγλωσσοι κάτοχοι μεταπτυχιακών, με φτωχό λεξιλόγιο και ακριβά ρούχα, νεότεροί μας, μας πήραν συνέντευξη για δουλειά, ενώ τις περισσότερες φορές η προσπάθειά μας για συσχέτιση ηλικίας και εμπειρίας έπεφτε στο κενό, για να καταλάβουμε γρήγορα - γρήγορα ότι η ηλικία είχε αρχίσει να …τρέφεται εις βάρος μας.
Οι γυναίκες είχαμε να ανταγωνιστούμε νεότερες που είχαν καταφέρει να έχουν αξιοθαύμαστες δουλειές (ίσως και παιδιά), και οι άντρες, πανίσχυρους συνομήλικους ή νεότερους, που απαιτούσαν μεγάλο μισθό μόνο όταν αποδεικνυόταν ότι δεν τον είχαν ανάγκη.
Ο ανταγωνισμός έγινε αμέσως κοινωνική ζήλεια! και ψάξαμε τον εχθρό στις μικρότερες ηλικίες. Όταν δε, τα νιάτα άρχισαν να αποτελούν απειλή και για την προσωπική μας ζωή, εκεί χάσαμε το στοίχημα. Κανένα μαζικό στοίχημα όμως. Ήμασταν η γενιά των ατομικών στοιχημάτων.
Κάτι που διδαχτήκαμε από τους νεότερους. Έστω και από την ανάγκη να τους ακολουθήσουμε.
Παρακολουθήσαμε λοιπόν κι ακολουθήσαμε νέους, επιτυχημένους, …ευτυχισμένους! Και ναι, έγιναν τα πρότυπά μας.

Και φτάσαμε στα thirty something – να και κάπου που ανήκουμε σίγουρα – για να λυπόμαστε τώρα τη γενιά των 700 ευρώ, τόσο για την αναντιστοιχία των σπουδών τους με τις αμοιβές τους όσο και για το όραμα που τους λείπει. Γιατί εμείς πόσα παίρναμε όταν ξεκινούσαμε τη δουλειά;

Αλήθεια, ποια ήταν αυτή η ενδιάμεση γενιά που τα είχε καταφέρει όλα; Ή δεν ήταν γενιά, απλά οι περαστικοί της «επιτυχημένης» Σημιτικής οικονομίας του εκσυγχρονισμού και του χρηματιστηρίου; Που είδαν φως και μπήκαν; Που άναψαν αυτοί το φως μπαίνοντας και το έσβησαν φεύγοντας;

Ήταν τότε που αρχίσαμε να συναντάμε ισχυρούς ανθρώπους που προέρχονταν από …οικογένειες (η οικογένεια παίζει το ρόλο της προίκας στην ελληνική κοινωνία) με σοσιαλιστικές καταβολές μεν, - για να μη μπορούμε να τους προσάψουμε καμία κεφαλαιοκρατική προέλευση -, αλλά και όμοιες διασυνδέσεις, για να δικαιολογούμε την ανέλιξή τους. Ήταν οι γόνοι αντιστασιακών (κατά δήλωση), παιδιά των παιδιών του Πολυτεχνείου (κατά σύμπτωση) …

Αν λοιπόν μας φταίνε τα 700 ευρώ σήμερα, είναι γιατί μέχρι χθες παρακολουθούσαμε τον πλουτισμό όλων των εργατοπατέρων, συνδικαλιστών, σοσιαλιστών, ιδεολόγων. Όλων εκείνων που με την επίφαση της αριστερής ιδεολογίας νομιμοποιούνταν να ζουν βασιλικά, με σκάφη, με βίλες στη Μύκονο, με μεγιστάνες φίλους.
Και φυσικά σήμερα δε μας φτάνουν τα 700 ευρώ γιατί τα πρότυπά μας δημιούργησαν μια ακριβή αντιμετώπιση της ζωής, ρίχνοντας τις Αξίες κι ανεβάζοντας τις τιμές.

Σήμερα, εμείς οι τριαντα-βάλε, που δεν κάναμε τίποτε απολύτως για να σταματήσουμε την ελεύθερη πτώση της κοινωνίας, που παρασυρθήκαμε κι εμείς ως άλλοι ηττημένοι ενός πολέμου που δεν κηρύχθηκε ποτέ, που μετά βίας και πικρίας διαπιστώσαμε ότι τα απολιτικά όνειρά μας για μεγάλες καριέρες και ζωές ελευθερίας και πολιτισμού, έγιναν προβλήματα επιβίωσης και συγχρονισμού με το ορμητικό ρεύμα «άρτος και θεάματα», πρέπει να ξαναγίνουμε πολιτικά όντα, συμπονώντας τη γενιά του χαμηλού μισθού.

Πρέπει τώρα να πάρουμε θέση για τους νέους που τους φταίει το κράτος (τι χαζό να είσαι αναρχικός επειδή παίρνεις μόνο 700 ευρώ), για να διαλέξουμε τι; Τη δεξιά ή την κεντρώα κεφαλαιοκρατία.
Συγνώμη αλλά δε συμμερίζομαι την άποψη ότι η δεξιά κυβέρνηση φταίει για τα 700 ευρώ. Ο Καραμανλής είναι το κερασάκι στην τούρτα. Σε μια τούρτα που μας έπεισε ότι θα πετούσαμε στα μούτρα των νταβατζήδων. Δεν έγινε. Αλλά η γενιά μου δεν γνώρισε την ήττα εξαιτίας του. Γι’ αυτό και τρέμω πολύ στην ιδέα ότι η μοναδική εναλλακτική που έχουμε μετά τη ΝΔ είναι το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ με ενοχλεί πολύ περισσότερο που υπάρχει γιατί εκμεταλλεύτηκε το ΣΟ του ονόματος. Η ΝΔ είναι οι δεξιοί. Το ΠΑΣΟΚ που διατείνεται πως δεν είναι, τι πολιτική έκανε;

Θα έρθουν για να ανατρέψουμε την παγιωμένη κρατική διαφθορά, τα οικονομικά συμφέροντα που μας κυβερνούν; Κι αν κουραστήκαμε από όλους τους;

Εμείς περάσαμε το κατώφλι της ηλικίας που θα έπρεπε να κάνουμε την επανάσταση, και συνειδητοποιούμε ότι ο φόβος μας είναι πως με την πρώτη απεργία μας, η θέση μας μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον που για 700 ευρώ μπορεί να κάνει τα ίδια με μας με περισσότερο κέφι και απειλή κουκούλας.
Κι αν αποφύγαμε τις ουσίες για να ζήσουμε όμορφα κι ειρηνικά; Κι αν αποφύγαμε τις ουσίες κάνοντας όνειρα για μια πολιτισμένη ευρωπαϊκή Ελλάδα; Κι αν αποφύγαμε τις ουσίες για να μπορούμε να ανοίγουμε διάλογο; Και αν τίποτα από αυτά δεν ήρθε;

Είμαστε η γενιά που απλά απέφυγε τις ουσίες χάνοντας όμως την ουσία της ομάδας. Και μετουσιώσαμε τα όνειρά μας σε κουραστικό καθημερινό κυνήγι αναζήτησης της ουσιαστικής ζωής.
Ανούσια που μοιάζουν όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: