Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007

Εκδικούμαι άρα γελάω

Eρωτικαί εκδικήσεις από Παύλο Νιρβάνα

Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».

Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του.
Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον.
Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης.
Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία.
Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται.
Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες.
Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.
Tο πράγμα είναι ευεξήγητον.
Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα.
Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής.
Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του.

Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν.
Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των.
Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι.
Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα.
Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους.

Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι.
Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός.
Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο!
Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά.
O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί.
O μανάβης δεν εσταμάτησεν.
O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν.
O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον.
Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή!
Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του.

Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα: ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη!
Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν.


Τι ωραία που απομυθοποίησε πριν καμιά εκατοστή χρόνια την εκδίκηση. Όχι το ρόλο της. Αυτός πάντα χρειάζεται, σαν απόδοση δικαιοσύνης, όταν η αδικία δεν είναι εντελώς αντικειμενική. Το χιούμορ! Πολύ ωραίος τρόπος να ηρεμήσει η ανησυχία σου για το "υποκειμενικό" άδικο που σε τρώει. Δύσκολο βέβαια την ώρα που σε τρώει το "κέρατο" να βρεις έναν ευφάνταστο τρόπο να γελάσεις με τον πόνο σου, αλλά πολύ θεραπευτικό. Κι αυτό που λένε 'καθρέφτης' για να δει πώς ένιωσες, ή 'πληρωμή με το ίδιο νόμισμα', δείχνουν τουλάχιστον έλλειψη φαντασίας.
Ζήτω η φάρσα που θεραπεύει κάθε ψυχικό πόνο.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

Ο ταλαίπωρος ο άνθρωπος!

Από μια δυνατή συνήθεια που κρατάει τόσα χρόνια ώστε να μη θυμάμαι πότε ξεκίνησε, παρατηρώ τους ανθρώπους.

Τους παρατηρώ όταν βρίσκομαι στο αυτοκίνητο και περιμένω το φανάρι.
Όταν βρίσκομαι σε ένα μπαρ (κυρίως αυτούς που έχουν γυρισμένη την πλάτη, μη το εκλάβουν ως καμάκι).
Όταν παρακολουθώ από το παράθυρο του γραφείου που επειδή τυχαίνει να είναι καθρέφτης, βλέπω χωρίς να φαίνομαι.
Παρατηρώ και μέσα από το αυτοκίνητο, όταν βρίσκομαι στην κίνηση.

Παρακολούθησα τις προάλλες λοιπόν, την απέλπιδα προσπάθεια μιας συμπαθέστατης σε ύφος, αλλά άσχημης σε φάτσα, γυναίκας να περάσει ανάμεσα από αυτοκίνητα που διεκδικούσαν προτεραιότητα σε ένα σταυροδρόμι, γεμάτο διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα και ταξί σταματημένα σε περίεργες θέσεις.

Η γυναίκα αυτή είχε προλάβει στις εννιά και μισή το πρωί να έχει ένα τόσο ταλαιπωρημένο πρόσωπο που για ένα φυσιολογικό άνθρωπο θα χρειάζονταν πολλές ώρες μιας εργάσιμης και σκληρής μέρας για να διαμορφωθεί έτσι.

Εκείνη, λοιπόν, χωρίς να δείχνει πουθενά πάνω της ότι μπορεί να δούλευε νύχτα, ήταν η περιγραφή της απόλυτης ταλαιπωρίας πρωινιάτικα.

Κι όσο έκανε ένα βήμα να περάσει από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, και κανενός δε φάνηκε η περίπτωσή της ευκαιρία για την καλή πράξη της ημέρας, τόσο πήγαινε πίσω με μεγαλύτερη ταλαιπωρία και απελπισία για το τι θα επακολουθούσε.

Είμαι σίγουρη ότι αν περνούσε μια όμορφη, θα έχαιρε της σημασίας που αξίζει σε κάθε πεζό.
Σκέφτηκα πως η ζωή είναι άδικη με την άσχημη γυναίκα.
Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ άσχημη. Μα και η ασχήμια είναι ελκυστική. Δε μας έχει τραβήξει πολλές φορές η ασχήμια την προσοχή;

Έφτασε η σειρά μου λοιπόν, με το αυτοκίνητο, κι ήμουν μπροστά της. Την είδα να με κοιτάει σχεδόν υποτιμητικά.
Μπορεί να φταίνε τα κατάμαυρα γυαλιά που φοράω και δεν αφήνω να φανεί πού κοιτάω, σκέφτηκα.
Γυρνάω εμφανώς το κεφάλι μου προς εκείνη. Της δείχνω με το χέρι να περάσει. Και χαμογελάω.
Έκανα κι ένα γρήγορο πλάγιασμα του κεφαλιού. Λίγο αμήχανα σα να απέφευγα μύγα, αλλά το έκανα για κείνη.

Στηρίζεται με δύναμη στην τσάντα της, μου ρίχνει το χειρότερο από τα τελευταία που είχα δει να ρίχνει στους προηγούμενους οδηγούς, βλέμμα της, και γυρνάει αγέρωχη προς την ευθεία της, διασχίζοντας το δρόμο με την τεράστια σνομπ μύτη της, τόσο αποφασιστικά που πρέπει να χάραξε για λίγο τον αέρα.

Τα "απόνερά" της πρέπει να θόλωσαν για λίγο το παρμπρίζ μου. Είτε αυτό, είτε η αμηχανία μου, έκανε να βάλω τους υαλοκαθαριστήρες στο γρήγορο.
Ήμουν ακόμη σταματημένη και οι από πίσω κόρναραν και μου έκαναν νοήματα περιφρόνησης και σίγουρα αντιπάθειας. Όχι δε με ήξεραν. Φαντάζομαι βέβαια πως εκείνη την ώρα δεν ήθελαν και να με γνωρίσουν. Ούτε κι εγώ.
Κυρίως αν είχαν τη μύτη της πεζής.

"Κοίτα εκεί", μονολογούσα, "να με κοιτάξει και με τέτοιο ύφος".
... Πήρα τη στροφή σαν πρωτάρα, κλωτσώντας το αυτοκίνητο με το ρυθμό της διασκευής που άκουγα και ένας ταξιτζής έμπαινε με τον καφέ του στον κίτρινο εφιάλτη του (μας). Η πόρτα του παραλίγο να γίνει δική μου.

Γκάζωσα για να δείξω στους από πίσω ότι ξέρω να οδηγώ καλά, αλλά τους ένοιαζε τόσο, όσο νοιάζεται η μύγα για το αν μας ενοχλεί.

Έφτασα στη δουλειά με μια καθυστέρηση και μια διαπίστωση.
Είχα καθυστερήσει γιατί χάζευα στο δρόμο, γιατί προσποιήθηκα την καλή που άφησε την ταλαιπωρημένη πεζή να περάσει και που σάστισα με την αχάριστη αντίδρασή της; Όχι η διαπίστωση ήταν άλλη.

Η ταλαιπωρία στο πρόσωπό μας έρχεται εύκολα, και φεύγει δύσκολα. Η ταλαιπωρία θέλει το χρόνο της. Κάτι που πρέπει να είχα αποκτήσει κι εγώ στη φάτσα, αφού όταν μπήκα στο γραφείο, οι συνάδελφοι με ρώτησαν: "τι συνέβη;" αντί να μου πουν καλημέρα!

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

ΚΡΑΤΑ ΤΗ ΘΛΙΨΗ ΣΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Δεν είναι δύσκολο να ανοίξεις το σακουλάκι με τη θλίψη. Τι σακουλάκι δηλαδή. Τι να προφτάσεις να του βάλεις μέσα; Το παράπονο, το γαμώτο, το αίσθημα αδικίας, η διαφορά, η αντίθεση, το πρόβλημα πάντα φυλάγονται αεροστεγώς κάπου. Για αυτό και οι φράσεις «θέλω αέρα», ή «να αναπνεύσω» ή «ασφυκτιώ …» είναι απόλυτα συσχετισμένα με τον αέρα που δεσμεύεται στο φύλαγμα των παραπόνων. Κι αν μπορείς να τα πεις δε σημαίνει πως τα ’σωσες.
Έτσι ο αέρας γιατρεύει τη θλίψη, εκτονώνει το κρυμμένο ή φυλαγμένο.

Αυτό το σακούλι λοιπόν ανοίγει. Και βγαίνει η θλίψη, η μαυρίλα, η τσαντίλα κι η σκασίλα. Ποιος θα είναι μπροστά όμως όταν ανοίξεις το σακούλι σου; Που όπως είπαμε δεν είναι καθόλου δύσκολο να ανοίξει; Ποιος είναι αληθινά προετοιμασμένος να μυρίζει τη βρώμα της κλεισούρας σου; Της κλεισούρας της θλίψης σου; Της μουχλιασμένης και σαπισμένης δικής σου φυλακής; Και πρέπει να φτάσεις σ΄αυτό το σημείο για να καταλάβεις ότι μπορεί να το ανεχτεί ή όχι; Δεν είναι μάλλον αργά τότε; Αν δεν το αντέχει η μύτη του, κι αν πάψει να … εισπνέει. Δε θες να το ρισκάρεις. Δε θα το ανοίξεις σε κανένα! Σε σένα μόνο. Στο γραπτό σου. Στο μυαλό σου. Μια νύχτα μόνος σου. Γι’ αυτό τον θες τον αέρα σου. Για τα θλιβερά που αφορούν εσένα και μόνο. Μη μοιράζεις τη θλίψη σου. Δεν ξέρεις ο άλλος πόσο βαριά την παίρνει.