Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Μάγια, φιλάκι!

Η Μάγια ανέβηκε στο κατάστρωμα του πλοίου. Προτίμησε να καθίσει έξω.
Την πείραζε η θάλασσα.
Με τα σπαστά ελληνικά της κατάφερε να μιλήσει μόνο στο σκύλο της διπλανής της που μοιράζονταν το ίδιο παγκάκι.
Δεν κατάφερε να συνεννοηθεί με την ίδια την κυρία, γιατί όταν εκείνη την ρώτησε αν θα μπορούσε να καθίσει δίπλα της, να μοιραστούν το παγκάκι, εκείνη της έδειξε απορημένη το φραπέ. Μόνο εκεί μέσα υπήρχε για τη Μάγια παγκάκι.
Η κυρία παρεξηγήθηκε κι έτσι η Μάγια απευθύνθηκε στο ζωντανό.
- Τι έπατε κυρία σου, πήρε φάτσα σα χαλασμένο αβγκό;
Και τότε ο σκύλος απάντησε γαβγο γαβγο, κι έτσι η μικρή μετανάστρια που πήγαινε διακοπές στο νησί Μήλο βρήκε μια παρέα να πει τον πόνο της, με αυτά τα μποφόρ που τη βρήκαν.
- Ξέρεις σκύλο, αυτά τα χάπια τα πήρα για τη ναυτοκτονία. Σκοτώνει τη ναυτία, πώς να τα πω; είπε, γυρνώντας το βλέμμα, αλλά όχι το κεφάλι στη διπλανή που τρόμαξε με τις συλλαβές.
Βούτηξε δυο χάπια και τα πέταξε με φόρα στο στόμα. Τέτοια πίκρα δεν είχε ξανανιώσει. Ήπιε ό,τι είχε μείνει από το φραπέ για το μαγικό συνδυασμό. Κοιμήθηκε.
Ξύπνησε σε σκοτάδι κι ήταν πολύ προχωρημένο για να ακολουθεί η Μήλος. Περίμενε να φτάσει την ώρα του ηλιοβασιλέματος.
- Φύγα το μήλο; ρώτησε τρομαγμένη τον κύριο που στεκόταν απέναντί της στην κουπαστή.
- Δεν σας έφαγα κανένα μήλο κυρία μου!
- Όχι. Το νησί μήλο, το φύγαμε;
- Βέβαια εδώ και μιά ώρα.
- Αφήστε με κατέβωωωωω!, φώναξε.
Αρπάζει την τσάντα της, απαραίτητο αξεσουάρ για τη βουτιά, και τρέχει προς την κουπαστή.
- Πέφτω, πέφτω, μήλο ήτελα. Γιατί δε ξυπνήσατε;
Προσπαθεί ο κύριος, που δεν έφαγε το μήλο, να την κρατήσει από τα χέρια, ενώ τα πόδια της που κρέμονταν και χτυπιόνταν, δυσκόλευαν την υπερπροσπάθεια του νηστικού κυρίου. Μην μπορώντας να γίνει ο υπερήρωας που άρμοζε στην περίσταση φωνάζει απελπισμένα να τον βοηθήσουν.
Έρχονται τελικά δυο αποφασιστικοί ναύτες, να σώσουν την κατάσταση. Την τραβούν βρίζοντάς την. Τι πας να μας κάνεις ηλίθια; Μέσα θα μας πας ηλίθια. Παλιοηλίθιααααα.
- Λίθια εγώ; Λίθια; Κοκκίνισε στο άκουσμα της λέξης αυτής η Μάγια καθώς δεν κατάλαβε τι σήμαινε, και ενώ σέρνεται από τους ναύτες προς το κατάστρωμα, κλωτσάει τον έναν και τον ρίχνει στη θάλασσα. Μπλουμμμ!
Τα ουρλιαχτά και οι φωνές πλημμύρισαν το καράβι. - Πάει ο άνθρωπος, πνίγηκε. - Έπεσε. - Τον έριξε. - Άνθρωπος στη θάλασσαααα, φώναξε τελευταίος ο ναύτης.
Εμφανίστηκε καίρια και η κυρία με το σκύλο να τη δείξει ανάμεσα στο πλήθος.
- Αυτή είναι. Πιάστε την. Είχε φέρει κάτι μαζί της για να σκοτώσει ναύτες. Την άκουσα. Πιάστε τηηηηην! – Γαβγο γαβγο, διαφώνησε ο σκύλος.
Η Μάγια βρέθηκε στη φυλακή. Ξεκίνησαν οι διακοπές της, όπως έλεγε στο φύλακα, άσχημα, επειδή λέγονται ντιακοπές εντώ στο Ελλάντα.
- Πρέπει να λέγονται χαρές. Τι ντιακοπές; Γιατί να ντιακόψουμε κάτι; Μια χαρά περνούσα. Να ορίστε τώρα. Ντιέκοψα λευτερία μου.
Ο φύλακας προσπαθούσε να της εξηγήσει ότι θα κρατηθεί λίγο μέχρι να φέρει ο αρραβωνιαστικός της την εγγύηση. Εξάλλου ο ναύτης έζησε.
- Γιατί όμως αργεί ο αρραβωνιαστικός σου; Κατάλαβε ότι δεν πήγες τελικά στο νησί και ότι είσαι εδώ, να φέρει λεφτά να σε βγάλει;
- Μην ανησυχείς, αρραβωνιαστικός μου Έλληνας. Πολύ καλός. Αν και ντούλευε, είπε τάρτει. Του έστειλα μήνυμα κινητό: Μαγια φιλακι, ελα σιμερα και φερε 1000 εβρο.